ΑΠΟΣΤΟΛΗ

Αποστολή

Το φως της οθόνης του υπολογιστή της είναι το μοναδικό μέσα στο δωμάτιο και πέφτει σχεδόν βίαια πάνω στο πρόσωπό της. Οι πρώτες πρωινές ώρες έχουν κάνει την εμφάνισή τους μα η Εβελίνα δεν θα κατάφερνε να αποκοιμηθεί αν δεν του έλεγε επιτέλους όσα ήθελε να του ομολογήσει όλα αυτά τα χρόνια και ας ήξερε πως το πρωί την περίμενε η καθημερινότητα. Αναρωτιόταν ακόμη και η ίδια  «Γιατί τώρα;», όμως την ίδια στιγμή απαντούσε «Αν όχι τώρα, ποτέ!».

Έτσι είχε ψάξει και είχε βρει το προσωπικό του email, από το website της εταιρίας του. Ένας τρόπος να του αποκαλύψει όλη της την αλήθεια και ας είχαν περάσει δέκα χρόνια. Πολλές φορές ματαίωνε αυτή της την κίνηση μα ήταν μόλις ένα βήμα πριν πατήσει «Αποστολή». Τα χέρια της πάνω στο πληκτρολόγιο ήταν τα μόνα που ακούγονταν μέσα στην σιωπή της νύχτας μα όσες φορές έκανε την κίνηση τα δάχτυλα έμεναν μετέωρα πάνω από τα πλήκτρα. Θα μπορούσε να τον καλέσει στο τηλέφωνο που βρήκε κάτω από την ηλεκτρονική του διεύθυνση και να του ζητήσει να συναντηθούν, όμως φοβόταν την απόρριψη. Ήθελε να του μιλήσει και μετά εκείνος ας έπραττε όπως ένιωθε.

«Αγαπητέ μου Μίλτο, έγραψα και έσβησα στο μυαλό μου εκατοντάδες φορές όλα όσα θα σου αποκαλύψω σήμερα, μα νομίζω πως ήρθε η ώρα…»

Διάβαζε νοερά για μια ακόμη φορά πριν δώσει την εντολή στο μήνυμα της να μεταβιβαστεί στο δικό του ταχυδρομείο. Ο νους της πέταξε σε εκείνη την μέρα που γεμάτος μένος της τηλεφώνησε, έξι μήνες μετά τον χωρισμό τους για να της ζητήσει εξηγήσεις. Ήταν ολοφάνερα πιωμένος , της μιλούσε σαρκαστικά και στην πραγματικότητα δεν είχε καμία διάθεση να την ακούσει. Ένιωθε πως πρέπει να απολογηθεί για την τότε απόφαση της, μια ετυμηγορία που εκείνος πυροδότησε με την συμπεριφορά του. Το μόνο που ήθελε η Εβελίνα ήταν να του πει πόσο τον αγαπούσε και πόσο της έλειπε. Η απόφασή της ήταν σταθερή, δεν τον ήθελε στη ζωή της με τον γνώριμο τρόπο, όμως ήθελε να γνωρίζει εκείνος πως τον αγαπά και αυτό είναι κάτι που καμία συνθήκη δεν μπορεί να το αλλάξει.

«Κανένας δε θα σε αγαπήσει όπως εγώ. Ήσουν ο μοναδικός άνθρωπος που άνοιξα την καρδιά μου, που γνώριζε τον αληθινό Μίλτο, μα με πρόδωσες. Πες μου για ποιόν με άφησες; Ας είναι… ας κρατήσουμε ο καθένας ποια τα όσα νιώθει για τον εαυτό του…», της είχε πει χωρίς να την αφήσει να μιλήσει και με αυτόν τον τρόπο της είχε κλείσει το τηλέφωνο εκείνο το κυριακάτικο μεσημέρι.

Ήταν η μοναδική φορά όμως που της φέρθηκε έτσι. Τον θυμόταν αλλιώς…

                                                                                                                                                      ***

Κυριακή των Βαΐων και είχε ήδη καθυστερήσει στη συνάντηση με τους παλιούς συμφοιτητές της. Η κίνηση στους δρόμους δεν βοηθούσε καθόλου και το Θησείο έμοιαζε να ξεμακραίνει. Όταν πια κατάφερε να φτάσει στο καφέ είδε πως την περίμενε μόνο ο Κοσμάς με έναν φίλο του.

«Συγγνώμη που άργησα. Μα που είναι οι άλλοι;»

«Ότι ξέρεις, ξέρω! Δεν έχει φανεί κανείς τους ακόμα. Να σου γνωρίσω τον παιδικό μου φίλο τον Μίλτο»

Με ένα ζεστό χαμόγελο, που ένιωθε να απλώνετε σε όλο της το κορμί, την καλωσόρισε και παρόλο που γύρω τους μαζευόταν κόσμος, οι δύο τους είχαν μάτια μόνο ο ένας για τον άλλο.  Εκεί ξεκίνησαν όλα. Από την επόμενη κιόλας μέρα ξεκίνησαν να βγαίνουν μόνοι και ο έρωτας έκανε κατάληψη στις ζωές τους.

Τους άρεσαν τόσο τα ταξίδια. Το πρώτο τους  ήταν στα χωριά του Πηλίου. Το να κοιτάζει μια στα μάτια του και μια τα τρεχούμενα νερά και την ατίθαση βλάστηση την γαλήνευε και την έκανε να τον ερωτεύεται ακόμη πιο απόλυτα. Είχαν αμέτρητες φωτογραφίες για να θυμούνται κάθε μια τους εξόρμηση. Το υπέροχο όμως με το ζευγάρι ήταν πώς περνούσε μαγικά όπου και αν βρισκόταν. Πόση σημασία να έχει στα αλήθεια για τους ερωτευμένους ο τόπος, όταν το μόνο που μετράει είναι το μαζί;

Δυο χρόνια αργότερα η εταιρία στην οποία εργαζόταν η Εβελίνα ως οικονομικός σύμβουλος της έδωσε προαγωγή και της ζήτησε να εργαστεί στο υποκατάστημά τους στην Ισπανία. Δέχτηκε δίχως δεύτερη σκέψη και το κυριότερο  χωρίς καν να ενημερώσει τον Μίλτο. Το όνειρό της την περίμενε και δε θα το άφηνε να πάει χαμένο. Από την άλλη ήξερε πως η επιχείρηση του Μίλτου άνθιζε και δε θα μπορούσε να την ακολουθήσει  μα σίγουρα θα έβρισκαν λύση. Ούτως η άλλως ήταν μόνο για ένα χρόνο και εκείνη δεν είχε τον γάμο και τα παιδιά ποτέ ως προτεραιότητα, ήταν μόλις  είκοσι τεσσάρων ετών. Για τον Μίλτο βέβαια τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι. Εκείνος κόντευε τα σαράντα και τον ενδιέφερε  να κάνει οικογένεια με την γυναίκα της ζωής του και τώρα που οι δουλειές έβαιναν  τόσο καλά και είχε κάνει ένα όνομα στις πωλήσεις αποσκευών, δε θα τα τίναζε όλα στον αέρα. Όταν η Εβελίνα του ανακοίνωσε τα σχέδια της ο ουρανός συννέφιασε.

«Πως μπορείς να παίρνεις τέτοιες αποφάσεις που αφορούν το μέλλον μας,  χωρίς καν να με ενημερώσεις;»
«Με συγχωρείς αλλά δεν γνώριζα πως η καριέρα μου είναι κάτι από αυτά!», του απάντησε αυστηρά και βγήκε από το γραφείο του.  Την είχε πικράνει το γεγονός πως δεν άκουσε ένα συγχαρητήρια από τα χείλη του.

Αυτό ήταν το πρώτο από τα πολλά καβγαδάκια που ακολούθησαν. Η Εβελίνα έφυγε. Οι επισκέψεις ήταν λιγοστές και η καθημερινότητα ρουφούσε και τους δύο. Ένα πρωινό Σαββάτου ήταν που είχε τηλεφωνήσει στον Μίλτο και εκείνος επιτέλους το είχε σηκώσει μετά από μια ολόκληρη μέρα που δεν έβρισκε χρόνο να απαντήσει.

«Καλημέρα μωρό μου, έχω έρθει να πάρω καφέ. Δώσε μου ένα λεπτό να παραγγείλω»

Πέρασαν δέκα λεπτά μέχρι να καταφέρει να του πει μια λέξη, όχι γιατί της μιλούσε ακατάπαυστα μα γιατί μιλούσε σε μια γυναίκα που κρατούσε μια από τις  τσάντες της νέας κολεξιόν του. Την ίδια στιγμή που είχε εκείνη στην άλλη γραμμή του ακουστικού του, το ξέχασε και ας είχε να της μιλήσει πάνω από μια μέρα. Προτίμησε να μιλά με μια περαστική …

Τότε ήταν που η Εβελίνα άκουσε μέσα της κάτι να σπάει. Ο θόρυβος ήταν τόσο δυνατός που ορκίστηκε πως τον άκουσε… πως τον ένιωσε. Αυτό ήταν για εκείνη το τέλος. Η απόσταση δεν είχε μεταφραστεί σε λαχτάρα μα σε αδιαφορία.

Λίγες μέρες μετά του ζήτησε να μην επικοινωνούν για να σκεφτεί, μα ήταν απλά μια παράταση στο ήδη πεπραγμένο. Ένα μήνυμα «Πάρε με. Πρέπει να μιλήσουμε» ήταν η έναρξη της τελευταίας τους συζήτησης. Το δικό της τέλος που δεν θέλησε να ακούσει ποτέ, μιας και ήταν πεπεισμένος πως μόνο κάποιος τρίτος θα μπορούσε να ευθύνεται γι’ αυτό και όχι οι ίδιοι και οι πράξεις τους. Την πόνεσε τόσο η αδιαφορία που μούδιασε κάθε της συναίσθημα, και όταν δεν άντεχε άλλο να τον ακούει να της μιλά για τις δουλειές του, αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να δώσει ένα τέλος, μήπως και σώσουν τις γλυκές αναμνήσεις από τα περασμένα αυτά δυο χρόνια.

Του τα έγραψε όλα σε αυτό το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, του τα εξηγούσε με παραδείγματα χειροπιαστά, μα πάνω από όλα του τόνιζε πως δεν τον ξέχασε ποτέ… Η σκέψη της έτρεχε καθημερινά κοντά του και δεν έπαψε να τον αγαπά αληθινά και να νοιάζεται. Μάθαινε από τον τύπο και από κοινούς γνωστούς για εκείνον και ήταν τόσο περήφανη. Η ίδια δεν ξαναγύρισε ποτέ στην Ελλάδα και έχτισε την ζωή της στις παράλιες ακτές της Ισπανίας. Πόσες και πόσες φορές είχε σκεφτεί να τον βρει με άλλο τρόπο. Ακόμα και να κάνει κάποιο ψεύτικο λογαριασμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μιας και την είχε αποκλείσει τότε από παντού. Μα πάντα σκεφτόταν πως δεν έχει το δικαίωμα να ξανά μπει με το έτσι θέλω στη ζωή του και να την αναστατώσει. Σε εκείνο το έσχατο τηλεφώνημα, της είχε πει πως είναι η τελευταία φορά που την ενοχλεί και εκείνη ήξερε πως ότι έλεγε ο Μίλτος το εννοούσε. Ακόμη και τότε ήθελε να του φωνάξει πόσο πολύ ήθελε να χωθεί στην  αγκαλιά του όπως άλλοτε, μα δεν το έκανε, ένιωθε πως από την στιγμή που τον άφησε δεν είχε δικαίωμα να του ζητήσει τίποτε.

Τα χρόνια πέρασαν και δεν μπορούσε ούτε η ίδια να καταλάβει αν ήθελε αυτόν τον άντρα ξανά στη ζωή της ή αν εκείνη τραβούσε όλα αυτά τα συναισθήματα από το παρελθόν για να βγει από τον βάλτο στον οποίο ένιωθε πως βουλιάζει…

Όλα αυτά ήταν μια εντολή μακριά. «Αποστολή»…

Η εντολή εκτελέστηκε και δεν ακούστηκε ούτε η ανάσα της…

Ένα μήνυμα ήρθε σχεδόν αμέσως:

«Ο λογαριασμός δεν υπάρχει»

Η Εβελίνα κοιτά την οθόνη του υπολογιστή της παγωμένη, όταν ακούγεται μια φωνή να ψιθυρίζει

«Μαμά, έλα να με πας στο κρεβάτι μου, φοβάμαι!»

Ελένη Μανταδάκη

©elenimantadaki , Απρίλιος 2026