Οι κουβέντες πριν χτυπήσει το πρώτο κουδούνι
Ένα από τα θέματα που με απασχολούν αυτές τις μέρες, λίγο πριν χτυπήσει ξανά το πρώτο κουδούνι, είναι όλα εκείνα που θέλω να πω στα παιδιά μου.
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες οι κουβέντες μας μοιάζουν λίγο. Να προσέχετε τα πράγματά σας. Να ακούτε τη δασκάλα. Να μη φοβάστε να σηκώνετε το χέρι σας. Να μου λέτε αν κάτι σας στενοχωρεί. Να χαρείτε τους φίλους σας, τα διαλείμματα, τις εκδρομές, τις γιορτές.
Φέτος, όμως, σκέφτομαι περισσότερο εκείνες τις άλλες κουβέντες. Αυτές που ίσως δεν έχουν να κάνουν τόσο με το πώς θα είναι τα δικά μας παιδιά στο σχολείο, αλλά με το πώς θα κάνουν τους άλλους να αισθάνονται δίπλα τους.
Γιατί σε κάθε προαύλιο υπάρχει, κάποια στιγμή, ένα παιδί που μένει μόνο του.
Μπορεί να είναι καινούργιο στο σχολείο. Μπορεί να είναι ντροπαλό. Μπορεί να δυσκολεύεται να πλησιάσει μια παρέα και να πει το τόσο απλό «μπορώ να παίξω κι εγώ;». Μπορεί να είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα παιδιά με έναν τρόπο που στα παιδικά μάτια μοιάζει τεράστιος. Ή μπορεί απλώς εκείνη τη μέρα να τσακώθηκε με τον καλύτερό του φίλο και να μην ξέρει πού να σταθεί όταν χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα.
Και σκέφτομαι πόσο σημαντικό είναι να μάθουν τα παιδιά μας να βλέπουν.
Όχι να γίνουν οι σωτήρες κανενός. Ούτε να νιώθουν ότι είναι δική τους ευθύνη να διορθώσουν όσα συμβαίνουν γύρω τους. Απλώς να βλέπουν.
Να σηκώνουν για λίγο το βλέμμα από τη δική τους παρέα και να παρατηρούν εκείνο το παιδί που στέκεται λίγο πιο πέρα. Να κάνουν λίγο χώρο στο παιχνίδι τους. Να πουν ένα «έλα κι εσύ» χωρίς να τους το έχει ζητήσει κάποιος μεγάλος.
Γιατί καμιά φορά ένα «έλα να παίξεις μαζί μας» μπορεί να είναι μια εντελώς ασήμαντη στιγμή για το παιδί που το λέει και μια στιγμή που θα θυμάται για χρόνια το παιδί που το ακούει.
Θέλω να μιλήσω στα παιδιά μου και για τις παρέες. Γιατί ξέρω πόσο σημαντικές είναι. Θέλω να έχουν φίλους, να γελούν δυνατά στα διαλείμματα, να έχουν τα δικά τους αστεία και τα μικρά μυστικά τους. Θέλω να νιώσουν αυτή την υπέροχη αίσθηση του «ανήκω κάπου».
Μα θέλω να ξέρουν και κάτι ακόμα: για να νιώθεις εσύ ότι ανήκεις, δε χρειάζεται να κάνεις κάποιον άλλον να αισθανθεί ότι περισσεύει.
Νομίζω πως αυτή είναι μια από τις πιο δύσκολες ισορροπίες που έχουμε να τους μάθουμε.
Και μετά είναι οι λέξεις.
Αυτές που λέγονται για πλάκα. Τα παρατσούκλια που μπορεί να κάνουν όλη την τάξη να γελάσει. Ένα σχόλιο για τα ρούχα, τα κιλά, τα μαλλιά, τους βαθμούς, την οικογένεια κάποιου. Μια φράση που για εκείνον που την είπε τελειώνει μόλις χτυπήσει το κουδούνι, αλλά για εκείνον που την άκουσε μπορεί να ταξιδέψει μέχρι το σπίτι και να καθίσει δίπλα του όλο το απόγευμα ή και για πάντα.
Θέλω να τους θυμίζω ότι οι λέξεις έχουν βάρος.
Όχι για να φοβούνται να μιλήσουν. Αλλά για να μάθουν σιγά σιγά να σκέφτονται πώς μπορεί να νιώθει ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί τους, το γνωστό σε όλους μας «βουτάω τη γλώσσα στο μυαλό», τη λεγόμενη ενσυναίσθηση.
Και φυσικά θέλω να τους μιλήσω και για την άλλη πλευρά.
Να ξέρουν ότι κανείς δεν έχει δικαίωμα να τα κάνει να αισθάνονται μικρά. Ότι ο σεβασμός που τους ζητάμε να δείχνουν είναι ο ίδιος σεβασμός που δικαιούνται και εκείνα. Ότι μπορούν να πουν «όχι», «σταμάτα», «αυτό δε μου αρέσει». Έτσι έλεγα και λέω στις κόρες μου, έτσι λεει και η μαμά λέαινα στο μικρό της λιοντάρι τον Άκη, στο παιδικό μου βιβλίο Πες Στοπ Λιοντάρι.
Τα παιδιά μας πρέπει να ξέρουν ότι μπορούν και πρέπει να ζητήσουν βοήθεια όταν κάτι τα δυσκολεύει.
Κυρίως, όμως, θέλω να ξέρουν πως μπορούν να έρθουν και να μου μιλήσουν.
Και κάπου εδώ θυμίζω κάτι και στον εαυτό μου.
Να ακούω.
Γιατί εμείς οι γονείς έχουμε μια φοβερή τάση να έχουμε πάντα έτοιμη την επόμενη συμβουλή. Μόνο που μερικές φορές τα παιδιά δε χρειάζονται αμέσως τη συμβουλή μας. Χρειάζονται πρώτα να τελειώσουν την ιστορία τους.
Οι κουβέντες αυτές, άλλωστε, δε γίνονται μία φορά, το βράδυ πριν ανοίξουν τα σχολεία. Νομίζω πως ξεκινούν από τότε που ακούμε για πρώτη φορά τον χτύπο της καρδιάς τους και συνεχίζονται για πάντα.
Άλλοτε μιλάμε εμείς. Άλλοτε εκείνα.
Κι όσο μεγαλώνουν, ίσως το πιο σημαντικό είναι να θυμόμαστε πότε πρέπει να κάνουμε το καθένα.
Καλή σχολική χρονιά σε όλα τα παιδιά.
Σε εκείνα που ανυπομονούν να ξαναδούν την παρέα τους και σε εκείνα που ακόμη ψάχνουν τη δική τους.
Και μακάρι, κάπου σε ένα προαύλιο, ένα παιδί που σήμερα φοβάται πως θα μείνει μόνο του, να ακούσει αύριο μια μικρή φράση:
«Θες να παίξεις μαζί μας;»
Με εκτίμηση, Ελένη Μανταδάκη.