Οικογενειακό Τραπέζι

Οικογενειακό Τραπέζι

Ο ήλιος του Δεκαπενταύγουστου έκαιγε τα πάντα στο νησί, κολλώντας τα ρούχα στο κορμί, αλλά η αίσθηση που με είχε ζώσει από το πρωί δεν είχε καμία σχέση με τη ζέστη. Ήταν ένα κρύο, διαβρωτικό ρεύμα που ξεκινούσε από το στομάχι και ανέβαινε αργά, ύπουλα, μέχρι τον λαιμό.
Έξι μήνες. Τόσο κρατούσε αυτή η ιστορία με τον Νίκο. Έξι μήνες απόλυτης, σχεδόν ύποπτης ηρεμίας. Και να που βρισκόμουν εδώ, καταμεσής του Αυγούστου, παγιδευμένη στο πατρικό του, σε μια αυλή που μύριζε λάδι, καμένο κρέας και μια αποπνικτική, σχεδόν ασφυκτική οικειότητα. Είκοσι άτομα. Μια ολόκληρη φυλή απλωμένη σε μακριά τραπέζια, ενωμένα μεταξύ τους με πρόχειρα ξύλα, κάτω από τη σκιά μιας γέρικης κληματαριάς που άφηνε ξερά φύλλα να πέφτουν στα πιάτα μας. Από τα ξαδέρφια του Νίκου που έτρεχαν στριγγλίζοντας ανάμεσα στις καρέκλες, μέχρι τη θεία του τη Μυρσίνη που μασέλαζε δυνατά και την ξαδέρφη της γιαγιάς του που με κοιτούσε επίμονα μέσα από τα μυωπικά της γυαλιά, σαν να εξέταζε δείγμα σε εργαστήριο.
Εγώ, η Κατερίνα, που μεγάλωσα μόνη με μια μάνα που γύριζε σπίτι στις δέκα το βράδυ και το μόνο «οικογενειακό τραπέζι» που ήξερα ήταν το τάπερ στο τραπεζάκι του σαλονιού μπροστά στην τηλεόραση, ένιωθα σαν εξωγήινος σε τελετή ιθαγενών. Η πολυκοσμία με ζάλιζε. Οι φωνές έπεφτα η μία πάνω στην άλλη, γέλια τραχιά, ιστορίες από το παρελθόν που επαναλαμβάνονταν σαν τελετουργικό, αστεία που μόνοι τους καταλάβαιναν και σπόντες καλά κρυμμένες πίσω από δήθεν αθώες ατάκες.
Κι ο Νίκος; Ο Νίκος καθόταν δίπλα μου με εκείνο το μόνιμο, αδιαπέραστο χαμόγελο στα χείλη. Το χαμόγελο του τέλειου γιου, του τέλειου εγγονού, του ανθρώπου που είχε βρει τη θέση του στον κόσμο και απορούσε γιατί η γκόμενά του κοιτάζει επίμονα τα λουλούδια στη μπορντούρα του πιάτου της σαν να πρόκειται να λύσουν κανένα μυστήριο του σύμπαντος. Είχα μετρήσει τα τριανταφυλλάκια στο πορσελάνινο πιάτο τουλάχιστον δεκαπέντε φορές.
«Φάε, Κατερίνα μου, παιδί μου, γιατί δεν τρως; Δε σου αρέσουν τα φαγιά μας;», πετάχτηκε η μάνα του από την άλλη άκρη, διακόπτοντας μια συζήτηση για τα χωράφια. Τα βλέμματα είκοσι ανθρώπων έπεσαν πάνω μου βαριά, σαν προβολείς. Βιάστηκα να χαμογελάσω, να στήσω την κατάλληλη γκριμάτσα ευγνωμοσύνης, και έβαλα στο στόμα μου μια τεράστια μπουκιά από το κλέφτικο που μου είχε σερβίρει ο Νίκος νωρίτερα. Ήταν βαρύ, λαδερό, μου καθόταν σαν πέτρα στο στέρνο.
«Να τρως, κορίτσι μου, γιατί είσαι πολύ αδύνατη. Πώς θα γεννήσεις παιδιά έτσι; Κοίτα την πεθερά σου πώς είναι και τι παλικάρια έκανε», ακούστηκε η ξερή, τσακισμένη από τα χρόνια φωνή του παππού από την κεφαλή του τραπέζιου.
Η μπουκιά στάθηκε στο λαιμό μου. Έκανα να καταπιώ, αλλά το κρέας έκατσε στον οισοφάγο  μου. Άρπαξα το ποτήρι με το νερό, ήπια απνευστί, αλλά η βιασύνη με πρόδωσε. Ένα μεγάλο μέρος του νερού πετάχτηκε από το στόμα μου και έγινε πίδακας, κάνοντας μούσκεμα τα ρούχα της αδερφής του Νίκου που καθόταν ακριβώς απέναντί μου.
«Παναγία μου! Τι έπαθες, αγάπη μου; Είσαι καλά;», πετάχτηκε ο Νίκος, ακουμπώντας με καθησυχαστικά στην πλάτη, ενώ η αδερφή του σκουπιζόταν με χαρτοπετσέτες μουρμουρίζοντας κάτι κοφτά.
Έμεινα να τον κοιτάζω στήλη άλατος. Τα μάτια μου είχαν γουρλώσει. Περίμενα να πει μια κουβέντα, να αμβλύνει την αμηχανία, να πει στον γέρο πέντε κουβέντες.
«Ο παππούς το είπε για το καλό μας, ξέρει από αυτά, μεγάλος άνθρωπος είναι, μην παρεξηγείσαι», συνέχισε ο Νίκος χαμογελώντας ήρεμα, λες και σχολίαζε τον καιρό.
Ένα βουητό άρχισε να χτυπάει στα αυτιά μου. Το τραπέζι γύρω μου άρχισε να χάνει τα χρώματά του. Οι φωνές χαμήλωσαν, έγιναν υπόκωφες, σαν να μιλούσαν μέσα από νερό. Δεν μιλούσα. Κοίταζα εναλλάξ τα πρόσωπα γύρω μου – αυτούς τους ξένους ανθρώπους που κουνούσαν συγκαταβατικά τα κεφάλια τους, που χαμογελούσαν με μια στρεβλή, πατρική ικανοποίηση – και μετά κοίταξα το πιάτο μου. Αν είχε στόμα, θαρρείς πως θα μου φώναζε: «Σταμάτα να με κοιτάζεις και τρέχα».
«Αλήθεια, παιδιά, έχετε ορίσει ημερομηνία για τον γάμο;»
Η ερώτηση έπεσε σαν βόμβα μεγατόνων. Ήρθε από τη θεία, εκεί στην άκρη, αλλά στα αυτιά μου ακούστηκε σαν κρότος από πιστόλι.
«Θεία, λέμε για την ερχόμενη άνοιξη», αποκρίθηκε ο Νίκος με μια φυσικότητα που με σκότωσε.
Τον κοίταξα. Τον κοίταξα πραγματικά, σα να τον έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Το βλέμμα του ήταν τόσο γλυκό, τόσο σίγουρο, τόσο… ιδιοκτησιακό. Είχε αποφασίσει για μένα. Είχε στήσει το μέλλον μου ανάμεσα σε πατάτες φούρνου, σε χωράφια και σε παππούδες που μετρούν τα κόκαλά σου για να δουν αν κάνεις για αναπαραγωγή. Ένα κύμα οργής, τόσο δυνατό που με ζάληξε, ξεκίνησε από τα δάχτυλα των ποδιών μου και έφτασε μέχρι τις ρίζες των μαλλιών μου.
Έμπηξα τα νύχια μου στις παλάμες μου τόσο δυνατά, που ένιωσα το δέρμα μου να παραδίδεται. Ανάσανα βαθιά, μετρώντας ως το τρία μέσα μου, προσπαθώντας να μαζέψω τα κομμάτια μιας ψυχραιμίας που κινδύνευε να τιναχτεί στον αέρα. Από πού κι ως πού εγώ να παντρευτώ; Και μάλιστα τον Νίκος, έναν άνθρωπο που νόμιζα πως ήξερα και αποδεικνυόταν ξένος, φυλακισμένος στα πρέπει και στα στερεότυπα αυτής της κλειστής κοινωνίας;
Σα να επέστρεψε ξαφνικά η απόλυτη, παγωμένη διαύγεια. Τα καμπανάκια κινδύνου που χτυπούσαν τόσο καιρό χαμηλόφωνα, τώρα ούρλιαζαν.
Σήκωσα το βλέμμα μου. Κλείδωσα τα μάτια μου με τα δικά του. Ήταν ένα βλέμμα καθαρό, παγωμένο, έτοιμο να κόψει κεφάλια.
Έκανα την καρέκλα μου προς τα πίσω. Το ξύλο της έτριξε δυνατά πάνω στο τσιμέντο της αυλής, κόβοντας μαχαίρι τις συζητήσεις γύρω μας. Όλοι σώθηκαν. Τα πιρούνια πάγωσαν στον αέρα.
Στάθηκα ορθία. Τα χέρια μου ακούμπησαν βαριά πάνω στο ξύλινο τραπέζι, γέρνοντας ελαφρώς μπροστά, κοιτάζοντας κατάματα πρώτα τον Νίκο και μετά τον παππού του. Η φωνή μου βγήκε σταθερή, διαπεραστική, χωρίς ούτε έναν κόμπο αμηχανίας:
«Εμένα θα με συγχωρέσετε», είπα με απόλυτη, παγερή ψυχραιμία, «αλλά με περιμένει το πλοίο μου για την Αθήνα».
Και χωρίς να περιμένω απάντηση, γύρισα την πλάτη μου στο οικογενειακό τραπέζι και άρχισα να περπατώ προς την έξοδο, αφήνοντας πίσω μου μια βαριά, εκκωφαντική σιωπή.

©elenimantadaki, Αύγουστος 2026