Ο ΠΥΡΓΟΣ Ο ΛΕΥΚΟΣ

Το αγόρι με το μπλε μακρυμάνικο polo μπλουζάκι στεκόταν στην είσοδο του Λευκού Πύργου και ρύθμιζε την είσοδο και την έξοδο των επισκεπτών. Πολλοί τον φώναζαν με το όνομά του, όπως έλεγε το καρτελάκι που ήταν καρφιτσωμένο στην μπλούζα όσων εργάζονταν εκεί. «Μάνος». Ήταν πάντα διαθέσιμος να εξυπηρετήσει και χαμογελαστός προς όλους. Ήταν ήδη τέσσερις ώρες στην πόρτα του Πύργου, ακούραστος και εύθυμος.

Τη διάθεσή του άλλαξε ένα κορίτσι ψηλό μα λεπτοκαμωμένο, με ξανθά μακριά μαλλιά και γαλανά μάτια, που φορούσε ένα λευκό κασμιρένιο παλτό. Του θύμισε τόσο πολύ την Έλλη του, μα όσο κι αν της έμοιαζε, δεν ήταν εκείνη. Είχε φύγει εδώ και μήνες για το Πανεπιστήμιο της Δανίας. Το ξανθό κορίτσι τον προσφώνησε όπως εκείνη, ζητώντας του οδηγίες χαριτωμένα, και τον ταξίδεψε στη μέρα που τη συνάντησε για πρώτη φορά.

Ήταν 14 Φεβρουαρίου όταν η Έλλη επισκέφθηκε, με ένα ροζ τριαντάφυλλο στο χέρι που είχε μόνη της αγοράσει από έναν πλανόδιο πωλητή, τον Λευκό Πύργο της αγαπημένης της πόλης. Συνήθιζε να έρχεται εδώ σχεδόν καθημερινά. Της άρεσε τόσο να ανεβαίνει ψηλά, στο πιο πάνω σημείο του, και να βλέπει τη νύφη του Θερμαϊκού σε όλο της το μεγαλείο. Έλεγε πως χαλάρωνε τόσο όταν βρισκόταν εκεί… πως άδειαζε το μυαλό της. Είχε λίγες στιγμές μόνο για εκείνη.

Πήγαινε τόσο συχνά που το προσωπικό την είχε πια μάθει και πολλές φορές, με ένα νεύμα, της επέτρεπαν την είσοδο χωρίς να δώσει το αντίτιμο του εισιτηρίου, και σε αντάλλαγμα τους χαμογελούσε και ανέβαινε σαν σίφουνας. Μια τέτοια μέρα έπεσε πάνω στον Μάνο και του ζήτησε μια συγγνώμη όλο γλύκα, κοιτώντας τον κατευθείαν μες στα μάτια, αφού πρώτα πέρασε η ματιά της από το καρτελάκι του, δίνοντάς της την ευκαιρία να μάθει το όνομά του και να τον αποκαλέσει με αυτό.

Φυσικά, αφού χάθηκε από μπροστά του, θέλησε να μάθει ποιο ήταν αυτό το κορίτσι, μιας και αντιλήφθηκε πως όλοι τη γνώριζαν εκτός από εκείνον. Έτσι, την επόμενη φορά που την είδε, μιας και δεν μπόρεσε να τη βγάλει ως τότε από το μυαλό του, αποφάσισε να της μιλήσει. Αντάλλαξαν μερικές κουβέντες και την επόμενη κιόλας μέρα η Έλλη ξανάρθε. Αποφάσισε λοιπόν να αφήσει έναν άλλο συνάδελφο στο πόστο του, τον Άκη, και να την ακολουθήσει στο τελευταίο διάζωμα του Πύργου, στο μπαλκονάκι που τόσο τη γοήτευε.

Ήταν εκεί, με τα ξανθά της μαλλιά να της χαϊδεύουν το πρόσωπο, ενώ ατένιζε τον Θερμαϊκό και ήταν χαμένη στις σκέψεις της. Παρόλο που δεν ήταν μόνη αλλά με είκοσι ακόμη επισκέπτες, τρόμαξε μόλις άκουσε το όνομά της από τα χείλη του. Κοιτάχτηκαν στα μάτια και γέλασαν τόσο δυνατά, σε σημείο να ενοχλήσουν τους γύρω τους, όσο χαριτωμένη κι αν ήταν η στιγμή τους. Είπαν πολλά οι ματιές τους και έδωσαν ραντεβού στο τέλος της βάρδιας του Μάνου.

Η τελευταία ώρα της βάρδιας δεν περνούσε με τίποτε· το θυμάται ακόμη και τώρα. Η Έλλη τον περίμενε έξω από τον Πύργο και ξεκίνησαν για την πρώτη τους βόλτα. Περπατούσαν για ώρες και συζητούσαν, έφαγαν μαζί και συνέχισαν τον περίπατο και την κουβέντα… αυτή ήταν η αρχή τους. Ο καιρός περνούσε και κυλούσε σαν νεράκι, γιατί η ζωή τους πια είχε άλλα χρώματα. Τα χρώματα του έρωτα.

Οι φίλοι τους δεν γκρίνιαζαν, γιατί όλο και λιγότερο τους έβλεπαν, μιας και είχαν μάτια μόνο ο ένας για τον άλλον. Το καλοκαίρι τους έβρισκε στις παραλίες να περπατούν χεράκι χεράκι, με τα λιγοστά τους ρούχα, και να κολυμπούν, μα όταν έβρισκαν λίγο χρόνο μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, τότε απαλλάσσονταν και από αυτά και χάνονταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

Τέλος καλοκαιριού ήταν όταν του ανακοίνωσε η Έλλη, περιχαρής, την επιτυχημένη εισαγωγή της στο Πανεπιστήμιο της Δανίας για το μεταπτυχιακό της. Ο Μάνος έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του, γιατί ήξερε πως θα έχανε το κορίτσι του και δεν είχε ιδέα τόσο καιρό γι’ αυτά της τα σχέδια. Εκείνη τη νύχτα είχαν τον πρώτο και τελευταίο τσακωμό τους. Η Έλλη είχε αποφασίσει και για τους δύο. Του ζήτησε να χωρίσουν και να τραβήξουν, ελεύθεροι πια, ο καθένας τον δρόμο του. Δεν είχε περάσει μέρα από τότε που να μην τη σκεφτεί… Την αγαπούσε και δεν μπορούσε να την ξεχάσει, επειδή απλά εκείνη αποφάσισε να φύγει.

14 Φεβρουαρίου και σήμερα, και μια φωνή γνώριμη, ένα άρωμα που δεν θα ξεχνούσε και θα αναγνώριζε ανάμεσα σε χιλιάδες, τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Είναι εκείνη, η Έλλη του, και στέκεται μπροστά του, ενώ κρατά ένα κουτί τρίγωνα Πανοράματος, που τόσο τους άρεσαν να τρώνε μαζί. Χωρίς δεύτερη σκέψη τα παρατά όλα και την ακολουθεί. Περπατούν στην παραλία της Θεσσαλονίκης με πλεγμένα τα χέρια, τρώγοντας το αγαπημένο τους γλυκό. Χωρίς να μιλούν… χωρίς εξηγήσεις.

Γιατί στον έρωτα δεν χωράνε «γιατί». Γιατί στον έρωτα όλα συγχωρούνται. Πώς αλλιώς να ζήσεις; Είναι ανώφελο να υπάρχεις μακριά από το ταίρι σου, και ο Μάνος το γνώριζε πια καλά, κι έτσι απλά συνέχισαν, πιασμένοι χέρι χέρι.

Τέλος

© elenimantadaki

(Ο Πύργος ο Λευκός/ Ελένη Μανταδάκη/ Το πρόσωπο του Έρωτα/ Εκδόσεις Παρέμβαση)