ΛΕΥΚΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

ΛΕΥΚΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Η Μαρένια κοιτούσε με βλέμμα κενό, θα έλεγες, από το παράθυρο του δωματίου της έξω στον κήπο. Πόσο όμορφα λουλούδια… Τριαντάφυλλα, κρίνα, ροδιές και ένα σωρό άλλα φυτά που δεν τα αναγνώριζε υπήρχαν παντού εκεί έξω και πλημμύριζαν τον τόπο με ευωδίες. Πέτρινα παγκάκια διάσπαρτα για να ξαποστάσεις στη βόλτα σου και ένα μικρό σιντριβάνι με τον φτερωτό θεό σε έκαναν να αισθάνεσαι σαν να βρίσκεσαι στον κήπο ενός πλούσιου αρχοντικού.

Εκείνη όμως τα έβλεπε, μα δεν τα παρατηρούσε. Το μυαλό της ταξίδευε αλλού. Σε εκείνα τα χρόνια με τη Μελίνα της. Πόσο όμορφα περνούσαν οι δυο τους… Φίλες αχώριστες από μωρά. Οι μητέρες τους ήταν παλιές γειτόνισσες και φίλες κι αυτές από τα μικρά τους. Έτσι, με τον ερχομό των παιδιών τους, η παρέα μεγάλωσε.

Τα κορίτσια ήταν αχώριστα. Στο σχολείο μαζί, στο παιχνίδι μαζί, στις παρέες μαζί, στο πανεπιστήμιο μαζί, στους έρωτες μαζί, στα ταξίδια μαζί.

Αχ, πόσο τους άρεσε να ταξιδεύουν… Και πού δεν είχαν πάει οι δυο τους! Η πενθήμερη εκδρομή του σχολείου τους στην Κρήτη ήταν μόνο η αρχή. Είχαν περάσει αξέχαστα και μιλούσαν για χρόνια για εκείνη την εκδρομή. Βέβαια, ήταν αδύνατο να δει κανείς το βίντεο που τραβούσε η Μελίνα — σε έπιανε ναυτία, μεγαλύτερη κι από εκείνη που τις είχε πιάσει τότε με οκτώ μποφόρ στο καράβι, στην επιστροφή τους για το λιμάνι του Πειραιά.

Πόσο θα ήθελε να είναι και πάλι δεκαοχτώ χρονών… και αχώριστες.

Μετά σειρά είχε το πανεπιστήμιο στην Πάτρα. Εκεί να δεις βόλτες και φοιτητική ζωή. Ζάχαρη περνούσαν οι δυο τους. Μέχρι που μια μέρα, έτσι χωρίς να το έχουν κανονίσει, μπήκαν στο πλοίο για Ιταλία. Τίποτα δεν φοβόντουσαν.

Θυμάται τώρα η Μαρένια τις τρέλες τους και ένα αμυδρό χαμόγελο, απομεινάρι παλιάς ευτυχίας, σκάει στα χείλη της. Αγκόνα, και μετά Ρώμη με λεωφορείο. Τίποτα δεν φοβόντουσαν τότε. Βρήκαν ξενοδοχείο, έμειναν για τέσσερις ημέρες και μετά πήραν τον δρόμο του γυρισμού.

Εκεί, στο πλοίο, γνώρισε η Μαρένια τον Μηνά, τον άντρα της. Ήταν ξεναγός και επέστρεφε πίσω στην πατρίδα. Δίπλα της, όπως πάντα, και σε αυτό η Μελίνα. Συμπάθησε αμέσως τον Μηνά και έκαναν όλοι μαζί παρέα. Στην αρχή δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποια συμπαθούσε περισσότερο. Πόσο ειρωνικό… Ίσως και να μην έμαθαν ποτέ.

Όλα τα ταξίδια μαζί τα έκαναν οι παιδικές φίλες. Ακόμη και το ταξίδι του μέλιτος της Μαρένιας και του Μηνά. Σαν από σύμπτωση, η Μελίνα έμενε στο ακριβώς διπλανό δωμάτιο από αυτούς στη Μυτιλήνη. Η Μαρένια, όταν το συνειδητοποίησε, δύο μέρες αφού έφτασαν, πόσο είχε γελάσει… Τα μάτια της βέβαια τώρα, που τα θυμάται, κάθε άλλο παρά χαρούμενα τα λες.

Στο όμορφο Πλωμάρι, η Μελίνα γνώρισε τον Παναγιώτη, που την ερωτεύτηκε τρελά. Χαρές οι δυο φιλενάδες, που μοιράζονταν τα ίδια συναισθήματα. Πόσα μοιράστηκαν τελικά σε αυτή τη ζωή…

Ο Παναγιώτης ήταν ναυτικός και περνούσε συχνά από τον Πειραιά, έτσι σε κάθε του στάση δεν παρέλειπε να δει τη Μελίνα του. Μάλιστα, σε μια από αυτές τις στάσεις, εκείνη του ανακοίνωσε πως είναι έγκυος. Πόσο χάρηκαν όλοι τότε… Μόνο ο Μηνάς ήταν ανήσυχος. Θα νόμιζε κανείς πως ζήλευε που δεν είχαν ακόμη σκαρώσει κανένα μικρούλι εκείνος και η γυναίκα του. Μα, ακόμη κι όταν, έναν μήνα αργότερα, η Μαρένια ανακάλυψε πως είναι έγκυος κι εκείνη, ο Μηνάς συνέχισε να έχει το ίδιο ανήσυχο βλέμμα.

Και σε αυτό μαζί τα κορίτσια. Διένυσαν και οι δύο τους τους πιο ευτυχισμένους μήνες της ζωής τους, πλάι πλάι. Και μάλιστα γέννησαν δύο πανέμορφα κοριτσάκια, με μόλις δύο ημέρες διαφορά, μιας και η μπέμπα της Μαρένιας βιαζόταν να δει το φως του κόσμου.

Αχ, το μωράκι της… το κοριτσάκι της. Μακάρι να είναι καλά. Μακάρι να έρθει να τη δει και να πιούν μαζί το τσάι τους απόψε, συλλογίστηκε.

Τα μάτια της βάραιναν, αλλά δεν ήθελε να ξεκουραστεί. Ήθελε να συνεχίσει, για άλλη μια φορά, το ταξίδι που έκανε με το νου της κάθε μέρα, ξανά και ξανά.

Θυμάται τα παιδάκια τους να μεγαλώνουν σαν αδερφές και να μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό. Πόσο είχαν ταραχτεί όλοι όταν ο Παναγιώτης, άξαφνα, αποφάσισε να χωρίσει τη Μελίνα και να μην τις ξαναδεί. Μαύρη πέτρα έριξε πίσω του.

Ο Μηνάς, βέβαια, στήριζε πάντοτε και τις δύο οικογένειες και δεν ξεχώριζε τα κορίτσια. Η Μαρία και η Άννα μεγάλωναν σαν αδερφές, πραγματικά.

Ήταν Χριστούγεννα όταν η Μαρένια βρήκε τη Μελίνα στην αγκαλιά του Μηνά να τη φιλά με πάθος. Η χρονιά που τα παιδιά τους έκλεισαν τα δεκαοχτώ. Ο κόσμος της ταράχτηκε συθέμελα.

Και το μεγαλύτερο σοκ ήρθε όταν η Μελίνα, χωρίς ντροπή, της αποκάλυψε πως είχε σχέση με τον Μηνά όλα αυτά τα χρόνια — όσα δηλαδή ήταν και εκείνη μαζί του — και πως η Μαρία ήταν δικό του παιδί και όχι του Παναγιώτη.

Λίγες μέρες μετά, ύστερα από μια αποκαλυπτική συζήτηση με τη Μαρία, βρήκαν τη Μελίνα νεκρή, με ένα άδειο μπουκάλι χάπια στο χέρι.

Τα μάτια της Μαρένιας γέμισαν δάκρυα. Ό,τι κι αν είχε γίνει, είχε χάσει τον άνθρωπό της. Την καλύτερή της φίλη. Έκλαψε πολύ εκείνο το απόγευμα… και μετά σκούπισε τα μάτια της και βυθίστηκε στο κενό.

Ένα κορίτσι με λευκή ενδυμασία και ξανθά μαλλιά μπήκε στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει.

«Κυρία Μαρένια, έλα να πάρεις τα χάπια σου, να ετοιμαστείς. Ήρθε η Άννα σου, είναι κάτω και σε περιμένει.»

Η Μαρένια την κοίταξε απορημένη.

«Ποια είσαι εσύ; Ποια είναι η Άννα; Η μαμά πού είναι; Η Μελίνα δε θα έρθει απόψε να παίξουμε;»

ΤΕΛΟΣ


Ελένη Μανταδάκη

© elenimantadaki, Δεκέμβριος 2023